Penguin Cafe Orchestra - Penguin Cafe Orchestra [1981]

Ο δεύτερος δίσκος της παρέας του Simon Jeffes ήταν κι αυτός που όρισε τον ήχο τους, με την παιδική του αύρα, τον κομψό μινιμαλισμό και μια αίσθηση του «υψηλού» να μένει πάντα προσγειωμένη σε έναν ποπ πλανήτη...

Ελένη Τζαννάτου
Ελένη Τζαννάτου
Είναι πολύ δύσκολο να μην σκάσεις ένα μικρό χαμόγελο, στο άκουσμα των Penguin Cafe Orchestra. Από τη μουσική τους πηγάζει κάτι αβίαστα ζεστό –κάτι που ενισχύεται αν νωρίτερα έχεις δει κάποιο από τα εξώφυλλα των δίσκων τους, με τους χαρακτηριστικούς ανθρωπόμορφους πιγκουίνους.

Εξίσου δύσκολο είναι και να κατατάξεις τον ήχο τους σε μία και μόνο κατεύθυνση (έστω γενική): αν τους πεις folk, θα σε πάρουν τα ambient σκάγια και θα σε αναγκάσουν να το πάρεις πίσω. Αν πάλι αναγνωρίσεις τα κλασικότροπα στοιχεία τους, σίγουρα δεν θα αποδειχθούν αρκετά για να ξεπεράσουν την ποπ στόφα τους. Ούτε οι world αναφορές θα φανούν επαρκείς για να αποτάξουν το Δυτικό στοιχείο, ενώ οι new age τάσεις δεν είναι αρκετά εγκεφαλικές ώστε να σηκώσουν περήφανα έναν τέτοιον χαρακτηρισμό. Αυτό που δείχνει ασφαλέστερο να πούμε, είναι πως κάνουν οριακή μουσική. Όχι γιατί ξυπνούν κάποιο αίσθημα ακρότητας, μα γιατί στέκονται στα όρια των ειδών, πηδώντας κατά βούληση από τον φράχτη του ενός στο άλλο.

Η πρώτη φορά που ο Simon Jeffes –ο αρχηγός της μπάντας– θα αποτύπωνε πιο ολοκληρωμένα τον χαρακτήρα των Penguin Cafe Orchestra, θα ήταν με τον δεύτερο και ομώνυμο δίσκο τους, το 1981 (στην E.G. Records). Το Music From The Penguin Cafe (1976), διακατεχόταν από σχετική ομοιομορφία, η οποία δεν προμήνυε ότι το σχήμα θα είχε κάτι καινούργιο να αναπτύξει στον επόμενό του δίσκο, ξαφνιάζοντας τα αυτιά μας. Εδώ, ωστόσο, υπάρχει μεγαλύτερο αίσθημα ρίσκου, που τελικά αποζημιώνει. Οι διαθέσεις στο Penguin Cafe Orchestra εναλλάσσονται πιο γρήγορα κι από σελίδες που τυπώνονται στο πιεστήριο, όμως δουλεύουν στοχευμένα για το ίδιο βιβλίο.

Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, αυτό που πρωταγωνιστεί στον δίσκο είναι η φυσικότητα του ήχου: ακούμε κυρίως ακουστικά όργανα. Από μετουσιωμένους φλαμένκο ρυθμούς στο αρπέζ της κιθάρας (στο εξαιρετικά καλοδιάθετο "Air À Danser"), μέχρι α-λα-Johann Sebastian Bach, φουγκοειδείς, χαρμόσυνες μελωδίες στο πιάνο ("Simon's Dream"). Πρωταγωνιστεί επίσης μια ρετροφιλική προσέγγιση, που ενίοτε δίνει rag χροιά στα κομμάτια (χαρακτηριστικότερα στο "Salty Bean Fumble"), αλλά και παλαιάς κοπής folk ("Steady State").



Αν όλα αυτά σας ακούγονται απλά σαν ασκήσεις ύφους (κακώς, ξανακούστε προσεκτικά), πάρτε για παράδειγμα το πάντρεμα που γίνεται στο "Telephone Αnd Rubber Band": βιολιά και rag γυρίσματα, τα οποία φέρνουν στο μυαλό την Αμερική της εποχής της ποτοαπαγόρευσης, βρίσκουν ...τον Brian Eno τους, με μια μίνιμαλ λούπα να γυρίζει γύρω τους ρυθμικά, για να τα περικλείσει σε ambient περιβάλλον. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κοκτέιλ ανήκει δικαιωματικά στη διασκευή του "Walk Don't Run" του Johnny Smith, στην οποία ζωντανεύει η τσιγγάνικη φλέβα του, όσο αφρικάνικα κρουστά και φλαμένκο κιθάρα δίνουν τον ρυθμό.

Παρά τα μεγάλα ανοίγματα, η μουσική των Penguin Cafe Orchestra καταφέρνει να ακούγεται προσγειωμένη και πολύ ειλικρινής. Σε στιγμές μάλιστα ηχεί τόσο ειλικρινής, ώστε μοιάζει να έχει παιδική αύρα. Το αν θα πάρετε το παιχνιδιάρικο "Pythagora's Trousers" ή το γλυκό νανούρισμα του "Cutting Branches For A Temporary Shelter", είναι στη διακριτική σας ευχέρεια.

Συγχρόνως, υπάρχει κομψότητα στην όλη μινιμαλιστική φόρμα, η οποία ανεβάζει λίγκα τη μουσική –αδύνατον για τον Simon Jeffes να κρύψει την κλασική του παιδεία. Πάντα, όμως, η όποια αίσθηση του «υψηλού» προσγειώνεται σε έναν πιο απλό, ποπ πλανήτη: η εκτεταμένη λ.χ. χρήση βιολιού, γίνεται περισσότερο για να προσθέσει ζεστασιά, παρά για να παραπέμψει σε ακαδημαϊκά περιβάλλοντα. Τελικά, ακόμη κι αν κάποιος ανυποψίαστος δεν κάνει κομματάκια τις ρίζες των κομματιών του Penguin Cafe Orchestra, σίγουρα θα έχει την αίσθηση της προέλευσης οικείων στοιχείων· έστω κι αν προέρχονται (ή ίσως γι' αυτό) από εποχές και ηλικίες που δεν βιώθηκαν ως συνειδητά ακούσματα.

Για να το πούμε αλλιώς, πρόκειται για μουσική με πραγματικό χαρακτήρα. Ακόμη πιο απλά, το Penguin Cafe Orchestra είναι μουσική που, μέσα από τις εναλλαγές της, θα άκουγες με την ίδια άνεση σε παιδική σειρά animation, αλλά και σε μια αίθουσα κλασικής μουσικής χωρίς παρωπίδες –όσο θα ευχόσουν να υπήρχε πραγματικά το εν λόγω καφέ, ώστε να γινόσουν ο πλέον σταθερός θαμώνας.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Ο δεύτερος δίσκος της παρέας του Simon Jeffes ήταν κι αυτός που όρισε τον ήχο τους, με την παιδική

Δεν ήταν ένας μουσικός με όραμα, που έτυχε να χάσει για λίγο τη μπάλα. Έφτιαξε το brand του εαυτού

«Παιδί» του Alex Chilton, αφού ο Chris Bell εκείνη την περίοδο αποχωρούσε, στήνει τις αφηγήσεις

FEATURED TODAY

12 χρόνια μετά την τελευταία τους εμφάνιση στην Αθήνα, τους υποδέχτηκε πολυπληθές ακροατήριο στο Fuzz. Το οποίο και αντάμειψαν με παλλόμενο groove,
Η ανδρόγυνη αισθητική, τα μελαγχολικά φωνητικά, η ηχητική εντύπωση ενός ηλεκτρονικού «βάλτου» και τα πρόσωπα που επιμελώς κρύφτηκαν πίσω από λευκό μακιγιάζ
Φέρνοντας κοντά ρεύματα της τζαζ, της rock και την ελληνικής παράδοσης, παρουσιάζει έναν ακόμη ανήσυχο δίσκο με τίτλο Το Μεταξύ Μας Διάστημα. Και η εμφάνισή

HOT STORIES

Ακούστε το καινούριο της τραγούδι
Είναι η πρώτη φορά που αναλαμβάνουν remix για κάποιον καλλιτέχνη
Top
Στo avopolis.gr χρησιμοποιούμε cookies για να διασφαλίσουμε την εύρυθμη λειτουργία του site και την καλύτερη εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την πλοήγησή σας στο site, αποδέχεστε τη χρήση των cookies και την πολιτική απορρήτου. More details…