search

ΑΡΘΡΑ - ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Ό,τι αποκαλούμε «μουσική βιομηχανία» και «ελληνική μουσική σκηνή», είναι ένα σύστημα που εδώ και αρκετά χρόνια κινείται με ουσιαστικό ρίσκο και συμβολή μόνο από τη μεριά του καλλιτέχνη...

Διαβάζω σε παλαιότερο τεύχος του Sonik (Νοέμβριος 2014) το χορταστικό και εμπεριστατωμένο άρθρο της Μάρως Αγγελοπούλου με τίτλο «Οι 60+3 πληγές της μουσικής βιομηχανίας σήμερα». Και αναρωτιέμαι: αν ήταν να μιλήσουμε με βάση τα εντός συνόρων δεδομένα, θα ήταν άραγε δόκιμος ο όρος «βιομηχανία»; Και, αλήθεια, όπως κι αν το ονομάσουμε, πώς λειτουργεί το εν λόγω «ον», πώς γυρνάνε τα γρανάζια του αυτόν τον καιρό; Και, τέλος, πώς επιβιώνει στις μέρες μας εκείνο που αποκαλούμε «ελληνική μουσική σκηνή» και με τι έρχεται αντιμέτωπο κάθε φιλόδοξο νέο μέλος της; 

Είναι ένα θέμα με βάθος και πλάτος, με πολλές παραμέτρους, το οποίο μόνο ακροθιγώς μπορεί να εξεταστεί από το παρόν άρθρο, όπου επιχειρώ μια καταγραφή όσων αντιλαμβάνομαι ο ίδιος, αλλά κυρίως όσων μου έχουν μεταφερθεί τα τελευταία χρόνια από εμπειρίες ανθρώπων του χώρου.

«Είναι δύσκολοι οι καιροί»: Ο τρόπος των δισκογραφικών εταιρειών

Δισκογραφική βιομηχανία, λοιπόν. Άρα μιλάμε για δίσκους, είτε είναι από βινύλιο, είτε από πλαστικό, είτε αρχεία αποθηκευμένα σε  υπολογιστή. Σε κάθε περίπτωση, για να υπάρξει ένα προϊόν (μην τρομάζετε με τη λέξη) εμπορεύσιμο, κάποιος πρέπει να το παράξει. Όλα ξεκινούν από τη δημιουργία τραγουδιών ή μουσικής γενικότερα, για την οποία –ανάλογα με την περίπτωση– χρειάζονται ένας ή περισσότεροι δημιουργοί: συνθέτης και στιχουργός ή τραγουδοποιός ή συγκρότημα. Χάριν ευκολίας, ας αναφερόμαστε σε όλους τους παραπάνω με τους όρους «δημιουργός» και «καλλιτέχνης». Αυτός είναι που, με τα σημερινά δεδομένα, πρέπει να βρει τρόπο να ηχογραφηθούν τα τραγούδια του· να βρει μουσικούς (και ερμηνευτή/-ές αν απαιτείται) και να επιλέξει κάποιο στούντιο. Όλα δε τα παραπάνω σημαίνουν έξοδα, που ανέρχονται σε αρκετές χιλιάδες ευρώ.

Αφού έχει έτοιμη την ηχογράφηση, ο δημιουργός πρέπει να βρει τρόπο να τη διοχετεύσει στην αγορά. Και η πιο γνωστή μέθοδος για κάτι τέτοιο παραμένει η συμφωνία με μια δισκογραφική εταιρεία, η οποία έχει τη νομική κάλυψη να πωλεί δίσκους και κατέχει τους τρόπους για να διαφημίσει το προϊόν. Κι αν κάποτε η εταιρεία κάλυπτε σε πολλές περιπτώσεις τα έξοδα της ηχογράφησης και της «κοπής» –του τυπώματος δηλαδή των άλμπουμ και της συσκευασίας (η οποία επίσης έχει έξοδα σχεδίασης) σε κάποιο εργοστάσιο– στην παρούσα συγκυρία καλεί τον δημιουργό να καλύψει ο ίδιος όλα τα έξοδα τούτα. Παρότι υπάρχουν εξαιρέσεις, είναι μάλλον ασφαλές να πούμε ότι οι 9 στις 10 εγχώριες εταιρείες λειτουργούν έτσι. 

Και όχι μόνο αυτό: πολλές εταιρείες ζητούν από τον δημιουργό να δώσει επιπλέον χρήματα, αν επιθυμεί και μια ουσιαστική καμπάνια προώθησης (π.χ. το κλείσιμο συνεντεύξεων σε μεγάλα ραδιόφωνα ή περιοδικά). Το μόνο που μια μέση δισκογραφική (δηλώνει ότι) είναι σε θέση να χρηματοδοτήσει σήμερα από την τσέπη της, είναι το να εξασφαλίσει την παρουσία του άλμπουμ στα ανά την επικράτεια δισκοπωλεία (μερικές δεκάδες όλα κι όλα), σε μερικά βιβλιοπωλεία και στις διαδικτυακές πλατφόρμες πώλησης και streaming (iTunes, Google Music, Spotify, Deezer κλπ.).

Αλλά, παρότι ο δημιουργός καλύπτει όλα τα έξοδα, τα συμβόλαια που καλείται να υπογράψει (συνήθως 5ετούς διάρκειας) τον ρίχνουν: του δίνεται μόνο το 50% των εσόδων από τις πωλήσεις (στις καλές περιπτώσεις ανεβαίνει ως το 70%), όχι μόνο του χειροπιαστού προϊόντος, αλλά και των downloads και του streaming, ενώ του απαγορεύεται να πωλεί όσα αντίτυπα του δίσκου έχει στην κατοχή του. Σαν κερασάκι στην τούρτα, ακόμα κι αυτά τα ποσοστά συνήθως δεν τα παίρνει ποτέ. Οι δισκογραφικές, πατώντας στην κατάσταση διάλυσης που επικρατεί σε όλο το σύστημα, συνήθως δηλώνουν άγνοια για τις πωλήσεις ή κατηγορούν τα δισκοπωλεία για μη εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους –δικαιολογίες που πάντως αληθεύουν σε αρκετές περιπτώσεις.

«Για κανένα ψώνιο θα πρόκειται»: Η προώθηση και τα Μ.Μ.Ε.

Ο δημιουργός θα υπομείνει όλα τα παραπάνω, ελπίζοντας ότι η δουλειά του θα ακουστεί, θα προβληθεί από τα μέσα ενημέρωσης και σιγά-σιγά θα καταφέρει να χτίσει κάτι με τον κόπο και τα έξοδά του. Εκεί όμως συναντά νέα εμπόδια. Πρώτον, η καμπάνια που κάνουν οι εταιρείες –ειδικά για τους πρωτοεμφανιζόμενους– δεν είναι πολλές φορές τίποτα παραπάνω από την αποστολή κάποιων δελτίων τύπου σε περιοδικά, εφημερίδες, ιστοσελίδες και ραδιόφωνα. Η αποστολή promo υλικού πολλές φορές δεν γίνεται καν ή γίνεται πλημμελώς και με καθυστέρηση. Έτσι, είναι και πάλι ο ίδιος ο δημιουργός που μπαίνει σε αυτήν τη διαδικασία, μοιράζοντας κόπιες που κανονικά θα έπρεπε να κρατάει για να πουλήσει στις συναυλίες του.

Αλλά ποιος υπολογίζει κάποιον που δεν εκπροσωπείται από μάνατζερ; «Μάλλον για κανένα ψώνιο θα πρόκειται...», είναι μια συνήθης ατάκα που ακούγεται σε δημοσιογραφικούς/ραδιοφωνικούς κύκλους. Σε έναν χώρο όπου πολλοί παλεύουν για την επιβίωση, ένας δίσκος νέου/άσημου δημιουργού θα αγνοηθεί: πολύ δύσκολα θα γραφτεί μια κριτική ή θα γίνει κάποια συνέντευξη, αφού τα αναμενόμενα κλικ θα είναι μετρημένα και η διαφήμιση που θα προέλθει από αυτά ανύπαρκτη· κι ακόμα πιο δύσκολα θα παιχτεί στα ερτζιανά, όπου, αν δεν «ασημώσεις», συνήθως δεν υπάρχεις. Απομένουν έτσι μόνο τα ιντερνετικά ραδιόφωνα και τα διάφορα μπλογκ, αλλά η όποια προώθηση μέσα από αυτά είναι μικρή, όση και η επιρροή τέτοιων μέσων στη δεδομένη στιγμή.

Υπάρχουν, θα σκεφτείτε, και οι εναλλακτικοί τρόποι προώθησης. Σωστά, αλλά δεν είναι και τόσο απλό να τους εκμεταλλευτεί κανείς με αποτελεσματικότητα. Στο Facebook, για παράδειγμα, είναι απαραίτητη η χρηματοδότηση ώστε οι αναρτήσεις να φτάνουν σε σεβαστό αριθμό χρηστών. Και βέβαια όλα τούτα τα «όπλα» είναι ταυτόχρονα διαθέσιμα σε χιλιάδες άλλους, οι οποίοι έχουν ακριβώς τον ίδιο στόχο. Χρειάζεται επομένως και στον τομέα αυτόν χρονοβόρα προσπάθεια, μα και οικονομική επένδυση.

«Πόσο κόσμο μπορείς να φέρεις;»: η έξοδος στο συναυλιακό κουρμπέτι

Για να υπάρξει στα πράγματα, ο καλλιτέχνης θα πρέπει να εμφανιστεί ζωντανά. Όταν όμως έρθει η ώρα να κάνει συμφωνία με μια μουσική σκηνή, οσοδήποτε μεγάλη ή μικρή, θα ανακαλύψει ότι υπάρχουν κι άλλα πράγματα με τα οποία πρέπει να επιφορτιστεί. Οι ιδιοκτήτες τέτοιων χώρων συνήθως πληρώνουν με ποσοστά επί της εισόδου και πολύ σπάνια με κάποιο συμφωνημένο από πριν ποσό. 

Αλλά τα deal που κάνουν έχουν πολλές φορές όρους του τύπου «αν δεν κοπούν Χ εισιτήρια δεν παίρνεις τίποτα», ενώ πολύ συχνά ακούγεται και η ερώτηση «πόσο κόσμο μπορείς να φέρεις;» –για διαφήμιση βέβαια από τη μεριά της επιχείρησης, ούτε λόγος... Ο δημιουργός, λοιπόν, δεν έχει να σκεφτεί μόνο τη στελέχωση της μπάντας του και τις πρόβες (για όλα αυτά και πάλι θα πρέπει να βάλει από την τσέπη του), μα και τρόπους για να φέρει κόσμο στο μαγαζί, έτσι ώστε να έχει ξανά την ευκαιρία να παίξει εκεί. Συνήθως επιστρατεύονται συγγενείς και φίλοι, ξανά και ξανά.

Βέβαια, στο συναυλιακό στερέωμα υπάρχουν και περιπτώσεις στις οποίες το πράγμα στραβώνει ακόμα περισσότερο. Δεν είναι δηλαδή λίγες οι φορές που τελικά, με διάφορες δικαιολογίες, δεν καταβάλλεται καμία αμοιβή ή αφαιρούνται από αυτήν τα ένσημα που σύμφωνα με τον νόμο καλείται να καλύψει ο επιχειρηματίας. Σε άλλες πάλι περιπτώσεις ο καλλιτέχνης καλείται να παίξει δωρεάν, ώστε να τον δει ο κόσμος και –αν πάει καλά– να ξαναπαίξει με κάποια αμοιβή. Πολλοί, στην αγωνία τους να κάνουν ένα ξεκίνημα, κάνουν πολλές τέτοιες υποχωρήσεις.

«Γιατί τα πουλάς τόσο ακριβά;»: Το καλομαθημένο κοινό

Κι όταν με το καλό φτάσει το σήμα του δημιουργού προς ένα κάποιο κοινό, αυτό άραγε θα τον στηρίξει; Πολύ δύσκολα και εδώ τα πράγματα, με επιπλέον ανασταλτικό παράγοντα την παρούσα οικονομική κατάσταση, η οποία έχει ρίξει στο ναδίρ τη δυνατότητα αγοράς δίσκων.

Υπάρχουν όμως και εξωοικονομικοί παράγοντες. Το μεγάλο κοινό έχει από χρόνια καλομάθει να παίρνει δίσκους ως δώρο με τις εφημερίδες (τεράστιες εδώ οι ευθύνες των μεγάλων εταιρειών, αλλά και όσων καλλιτεχνών εξακολουθούν να συναινούν σε κάτι τέτοιο), ενώ και το ότι όλα πλέον είναι διαθέσιμα στο διαδίκτυο κάνει ακόμα πιο δύσκολο να δώσεις χρήματα για να αγοράσεις μουσική, ακόμα κι αν υπάρχει η οικονομική δυνατότητα. Είναι χαρακτηριστικό το ότι ακόμα και τιμές των 7 ή 8 ευρώ για ένα CD φαίνονται σε πολλούς «υπερβολικές». Λείπει, άρα, μια διαφορετική νοοτροπία, στη βάση της οποίας θα γινόταν αντιληπτό από το κοινό ότι αυτά τα χρήματα μπορεί να σημαίνουν πολλά, κυρίως για τη διατήρηση του ηθικού του δημιουργού.

«Δούλεψε πιο σκληρά»: Η «αλληλεγγύη» των «συναδέλφων»

Όλα τα παραπάνω θα ήταν λιγότερο δύσκολα αν υπήρχε στοιχειώδης έστω σύμπνοια μεταξύ των καλλιτεχνών. Είναι όμως σπάνια και ευκαιριακή. Κι αυτό γιατί ο ανταγωνισμός είναι μεγάλος και δυσκολεύει την καθαρή σκέψη.

Από την άλλη, υπάρχει και το χάσμα μεταξύ των «επιτυχημένων» και των «άσημων». Οι πρώτοι, έχοντας εγκαθιδρύσει την παρουσία τους στον χώρο, αδυνατούν πολλές φορές να αντιληφθούν τι περνούν οι δεύτεροι· και με τις κινήσεις τους καταστρέφουν τις όποιες προοπτικές των νεότερων. Είναι σχετικά σπάνιες οι περιπτώσεις καταξιωμένων καλλιτεχνών που κινούνται με γνώμονα την ισονομία στον χώρο. Στα τυχόν παράπονα που μπορεί να εκφραστούν για τη στάση τους, ακούγονται από τη μεριά τους παραινέσεις του τύπου «μη μιλάς, δούλεψε πιο σκληρά και μια μέρα ίσως βρεθείς κι εσύ στη θέση μου». Όμως, το ότι οι όροι μπορεί να είναι κοινοί για όλους, είναι απλά μια ψευδαίσθηση...

Ένας για όλους: Μερικά συμπεράσματα, κάποια ερωτήματα

Γίνεται σαφές, νομίζω –παρά τις λίγες εξαιρέσεις σε κάθε περίπτωση– πως ό,τι αποκαλούμε «μουσική βιομηχανία» και «ελληνική μουσική σκηνή», είναι ένα σύστημα που εδώ και αρκετά χρόνια κινείται με ουσιαστικό ρίσκο και συμβολή μόνο από τη μεριά του καλλιτέχνη. Είναι αυτός μόνος που συντηρεί την ύπαρξη των δισκογραφικών εταιρειών, των δισκοπωλείων, των μουσικών σκηνών, των στούντιο και των εργοστασίων κοπής· είναι αυτός που με τη δραστηριότητά του συντηρεί μια εικονική πραγματικότητα, μια ωραία βιτρίνα, η οποία κρύβει την κατάρρευση πίσω της.

Προκύπτει έτσι αβίαστα το ερώτημα: μπορεί όλο αυτό να οδηγήσει σε κάτι καλό; Μπορεί η παγίωση του μοντέλου ενός δημιουργού ο οποίος θα κάνει πάρα πολλά (μεταξύ αυτών και μουσική) χωρίς να είναι σε θέση, όχι να ζήσει, αλλά απλά να αποσβέσει όσα ξοδεύει, να αποβεί σε καλό της μουσικής δημιουργίας; Προφανώς και η απάντηση είναι «όχι». Μα τότε τι μπορεί να γίνει; Είναι δυνατόν να παρακαμφθεί το όλο σύστημα; 

Εδώ η απάντηση είναι ένα ηχηρό «ναι». Όμως για περισσότερα, θα τα πούμε μια άλλη στιγμή...

 

 


HOT ΣΗΜΕΡΑ!

The Sisters Of Mercy + A.A. Williams

Ο Andrew Eldritch έλειπε από τη σκηνή, πιάνοντας τις γωνίες της, ενώ ξεχνούσε ή μασούσε στίχους.…

Delinquent Habits: Σπρώχνουμε το χιπ χοπ σε μια εμψυχωτική κατεύθυνση...

Eπιστρέφουν στην Αθήνα με τις mariachi τρομπέτες και τα βροντερά τους μπάσα στην 5η ημέρα του…

Νέες περιπέτειες για τον τραγουδιστή των Rammstein

Δείτε το βιντεοκλίπ των Lindemann για το "Steh Auf" 

The Soft Moon + Jay Glass Dubs, Kalte Nacht

Ο Luis Vasquez αλώνισε στη σκηνή του Temple σε μια χορογραφία γεμάτη καπνό και σκοτεινιά,…

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Depeche Mode: This Song Is Not About You

Κάθε φορά που το ακούς θυμάσαι τον πρώτο σου έρωτα: ήσουν Γ’ γυμνασίου και γέμιζες το θρανίο με…

Νοοτροπία και διαφωνία στους λιμένες του indie

Στη σημερινή διάσταση του indie, ο καλλιτέχνης υπάρχει μόνο για τον εαυτό του, δίχως πια να…

Bruce Springsteen: «We Will Take Care Of Our Own»

Εστιάζοντας τα τραγούδια του σε φιγούρες που έτειναν προς το περιθώριο, έγινε ένας από τους…

15 χρόνια για το Funeral των Arcade Fire

Υπήρξε ένας ορμητικός χείμαρρος συναισθηματικής κάθαρσης, αλλά και ένα σοκ για το ανεξάρτητο…